...και αυτές -από τον Ακροβάτη- συγκεντρωτικά εδώ! (είπαμε...!)
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Γ. Μ. ΚΑΛΙΟΡΗΣ
Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1981 (εξαντλημένο) Εξώφυλλο-Σχέδια: ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ -Αφιερωμένο στους γονείς του- [πρώτο του βιβλίο] [οπισθόφυλλο:] Λογοτεχνία, κινηματογράφος, διάφορα κοινωνικά φαινόμενα καί προβλήματα πολιτιστικά –μέ εξέχον το θέμα της γλώσσας-, καθώς και τα άρθρα άλλων συγγραφέων, αποτελούν τις αφορμές των έντεκα κειμένων αυτού του βιβλίου, τα οποία συνιστούν ισάριθμες μαχητικές παρεμβάσεις στον χώρο του ιδεολογικού ζυμώσεων κατά την περίοδο 1964-1967 και 1977-1981. Ανυπότακτα σε μιάν αυστηρή ειδολογική ταξινόμηση οικονομούνται ως ελεύθερος στοχασμός που υπερβαίνοντας τα άμεσα εναύσματά της χωρίς να τα συρρικνώνει, σχετικά με την υφή των συγχρόνων κοινωνιών και τις τύχες των ανθρώπων μέσα τους, καί νά οδηγήσει τόν σχετικό προβληματισμό σέ πράξη βαθύτερης προσωπικής έκφρασης πού συνιστά καί τήν ουσία του δοκιμιακού εγχειρήματος. Περιεχόμενα: -ΕΙΣΑΓΩΓΗ, σελ. 13 -ΜΥΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, σελ 63 (Εποχές, Σεπτέμβριος 1964) -ΠΙΚΡΗ ΝΗΦΑΛΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΞΟΔΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, σελ 83 (Επιθεώρηση Τέχνης, Μάρτιος 1965) -Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ, σελ. 103 (Μαρτυρίες 2, Απρίλιος 1966) -ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ σε. 121 (Επιθεώρηση Τέχνης, Ιούνιος 1964) -ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ, σελ. 139 (Επιθεώρηση Τέχνης, Φεβρουάριος – Μάρτιος 1967) -ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΙΧΜΙΩΝ, σελ. 229 (Ο Πολίτης, Φεβρουάριος 1977) -ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΑΠΟΤΥΧΙΑ, σελ. 263 (Αντί, Σεπτέμβριος 1978) -Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ, σελ. 275 (Σημειώσεις, Δεκέμβριος 1978) -ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ, σελ. 339 (Καθημερινή, 27-28 Απριλίου 1980) -ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ, σελ 345 (Εποπτεία, Ιανουάριος 1980) σελ. 454 [επίλογος:] «Κι αν αυτή η τοποθέτηση δεν αποδειχθεί αξιόμαχη, μένει τουλάχιστον στον γράφοντα, ως ικανοποίηση, η συνείδηση ακριβώς ότι αυτό που έπραξε αποτελεί έκφραση βαθύτερης προσωπικής του αλήθειας, πού αν όχι τίποτ΄ άλλο, του επιτρέπει στο τέλος να πει «μίλησα και ελευθέρωσα την ψυχή μου».
Ανασκοπώντας: τα πολύβατα συζητήσεων (φόρουμ), τα ημερολόγια (μπλογκ), τις προσωπικές σελίδες (προφίλ), τις διαδικτυακές κοινότητες (κλάμπ) ήταν για μένα πάντα ένα πράγμα και το αυτό. Βέβαια πάντα αποδεχόμενη, στο μέτρο του δυνατού, τους «νόμους» του κάθε «τρόπου» ξεχωριστά, μα και Πάντα και Ταυτοχρόνως να κάνω το δικό μου, να αιτώ δηλαδή και να κομίζω βίωμα κοινότητας, υπό τη σκέπη και την ευλογία ετούτου του νοήματος και μόνο: «βίος ανεξέταστος, βίος αβίωτος». Διαλέγω συμβολικά αυτό το βιβλίο, του οποίου η μοναδικότητα της Σκέψης που συγκεντρωμένα κατέθεσε τότε, συνάδει με την ιερότητα της ανάγκης να προσφερθεί Αντάξιον όσων μου έχουν ήδη δωρηθεί απ΄ αυτόν τον κόσμο. Αντάξιο τέτοιου αποχαιρετισμού. -μακάρι να μπορούσα να σας το χαρίσω και άμεσα, μαζί με ένα ματσάκι ία εαρινά από τις γλάστρες του μπαλκονιού μου- Η διάθεσή μου είναι να σας τιμήσει μεγαλοθύμως. Πολύ. Αποκλειστικά και μόνον εσάς. Είναι πολύτιμος Λόγος. (…ας συγκρατηθεί όμως σε μια γωνίτσα του θυμικού σας και τούτο:) Παρακαλώ, υστάτως, να μη διαχυθεί· π..χ σε χώρους ανταλλαγής απόψεων όπου συχνάζουν ανίκανοι να τον αντιληφθούν καν, ποσώ δε να τον τιμήσουν στοχαστικά. Απλά, πρέπει και να σημειώσω πως καταρχήν η αδυναμία να μεταφερθεί σε ετούτο το κείμενο ο πρωτότυπος τυπωμένος λόγος (με τις πλάγιες λέξεις και εκφράσεις που τονίζει ο συγγραφέας μέσα στο κείμενο και ολοκληρώνουν την αίσθηση που γεννά ο στοχασμός του), μα το σημαντικότερο: η δυνατότητα να υποστηρίζω τα κείμενα με την πολυτονική τους γραφή –μολονότι μικρότατη και ανάξιά της εκ των πραγμάτων η ίδια ούσα- αποκλειστικώς και μόνον χειροποίητα (όπως θέλει και τον καταθέτει ο συγγραφέας της συγκεκριμένης έκδοσής τους), βιώνεται πλέον ως Φασισμός Δικτατορικού Καθεστώτος έως και ως -ασύλληπτος σε όλο του το μέγεθος, για τον κοινό μου νου- Δόλος «Σχιζοφρενογένειας»· και αναπόφευκτα και αυτοσυντηρητικά εκβράζομαι πλέον από μια τέτοια «θάλασσα -άβυσσο», που την λένε και διαδίκτυο ευσχήμως, κατ΄ επιλογήν μου συνειδητή ζυγίζοντάς τα όλα, χωρίς φόβο και πάθος, οριστικώς και αμετακλήτως. [ναι, τω όντι, κι ετούτο δεν θα το διαβάσεις ποτέ, όμως είναι θέμα ηθικής τάξης να υποσημειωθεί ως λόγος τιμής εδώ –όπου φρονώ πως και επιβάλλεται μα και νοιώθω πως αφήνει περιθώριο/επιτρέπει η αρχή του Μέτρου-: Για τελευταία φορά -και για χάρη ετούτου του αποχωρισμού και μόνο- «υπερβαίνω», «παρατυπώ» και «μεταπράττω» -:κατά τα πλέον ανώδυνα και ευγενή…-, αφιερώνω τον πολύτιμο χρόνο, δακτυλογραφώ αποσπάσματα από βιβλία του «ατομικού χώρου» ερήμην της ιερότητάς του…, για τελευταία φορά._ ] ΥΓ.: Επιπλέον, ξεχωριστά -τιμητικών προθέσων διάκριση-, ηδύτατα και με αίσθημα δικαίου: Μνήμης τε Προσώπων, Και η «Ισότητα της Διαφοράς», Και το «Υστερόγραφο», Ολόκληρα, Και τα δυό δοκίμια. Κατ΄ αντιστοιχία, μα και αντιστρόφως. Στον ότε εκ του Κάφκα …ορχούμενη. Στον ότε δια της Αυταξίας …μελούμενη. Ό,τι εντός των σας εμπεριέχει, Σας αφιερώνεται. Εγκάρδια. Σας φιλώ. Κική
[…περί θανάτου και ζωής] σελ. 321 … Έτσι, τα πραγματικά όρια της εξουσίας και της δύναμης βρίσκονται σήμερα στην ίδια την ανθρώπινη αντοχή: κατά πόσον και ως πότε οι άνθρωποι θα μπορούν να επωμίζονται την εκκρεμότητα τους στα παγερά ύψη, και θα προσπαθούν να εξορκίσουν το κενό και το θάνατο, ατενίζοντας το απείρως μέγα αντί για τα πρόσωπα των ανθρώπων. Μέχρι πότε θα αντέχουν να ζούν τον κόσμο σαν την αναβεβλημένη παρουσία ενός τέλους που θέλουν να ξεχάσουν και τη ζωή σαν θάνατο σε κατάσταση αναστολής, σε ένα μόνιμα υπονομευμένο παρόν, απόντες από την ιστορία τους, με μνήμη χωρίς ανάμνηση, με βλέμμα χωρίς μάτια, αποδυμένοι σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να πιστώσουν με χρόνο την ύπαρξή τους, αφού πρώτα την έγδυσαν απ΄ τον δικό της και τον έκαναν μέγεθος αντικειμενικό, μετρήσιμο και αποθηκεύσιμο που της το προσθαφαιρούν ακατάπαυστα (κερδίζουν χρόνο, χάνουν χρόνο, εξοικονομούν, βρίσκουν, κλέβουν χρόνο, έχουν χρόνο –και η προϋπόθεση για να έχει κανείς κάτι είναι ο προηγούμενος χωρισμός του απ΄ αυτό) … Αντίθετα στο Πρόσωπο με πρόσωπο του ίδιου σκηνοθέτη [Μπέργκμαν], η ηρωίδα, ψυχίατρος με μάταιο έργο, μητέρα δίχως παιδί, σύζυγος χωρίς άνδρα, ερωμένη χωρίς εραστή, έχοντας σιγά σιγά αποφλοιωθεί απ΄ όλους τους ρόλους και συναντήσει μέσα της το απόλυτο κενό, αντλεί τελικά την απόφαση να ζήσει παρατηρώντας ένα ζεύγος γερόντων που πορεύονται με βαθειά αλληλοσυνάφεια προς το τέλος τους: αν καταφέρνουν να νικούν μέσα τους καθημερινά την παρουσία του κοντινού θανάτου, είναι γιατί με την εσώτατη αλληλεγγύη τους έχουν νικήσει τη μοναξιά στη ζωή. Με την αγάπη η ζωή παύει να είναι συνένοχη του θανάτου, ο προθάλαμός του, η αναβεβλημένη του παρουσία και καταφάσκει στην εμμένεια της, αποκτά αυθύπαρκτη διάρκεια, ενώ ο ίδιος ο θάνατος γίνεται αλληλέγγυος της στο βαθμό που τον επωμίζεται η αλληλεγγύη των ανθρώπων μεταξύ τους. Έτσι όλα δεν χάθηκαν ακόμα και η ηρωίδα μπορεί να επιστρέψει στη ζωή.
[ …ως υστερόγραφο] σελ. 340 … Έτσι σ΄ έναν ανέραστο περί έρωτος λόγο, η ψυχή περιστέλλεται σε «ψυχισμό», η αγάπη εντάσσεται στην «ψυχοσυναλλαγή», το σκίρτημα εξορθολογίζεται σε «ενέργεια», οι ερώντες γίνονται παρτεναίρ και ο έρωτας ασκήσεις γυμναστικής –ενώ η ποίηση αποσύρεται σιγά σιγά από τις σχέσεις των ανθρώπων για να στριμωχτεί όλο και πιο αποκλειστικά στους στίχους των ποιητών. Και όλοι βαδίζουν από απελευθέρωση σε απελευθέρωση κι από άδειασμα σε άδειασμα, ανυποψίαστοι για το ότι αυτές οι «απελευθερώσεις», που όλο και μεταθέτουν τα όρια τους προς το ζυμώδες και το άμορφο, μπορεί να μην είναι και τόσο «ελευθεροφόρες» και ότι ο τυφλός και παγερός μύθος της απομύθευσης είναι δυνατό να κάνει ακόμα πιο απροσπέλαστο το «φρικτό αίνιγμα της ελευθερίας». Μέσα στη γενική περιδίνηση, όπου οι παραδεδομένες πηγές του νοήματος έχουν αφανισθεί, οι κοινοί ουρανοί καταλυθεί και ο καθένας, με μια καταπακτή κάτω από τα πόδια του που δεν ξέρει πότε θ΄ ανοίξει, πασχίζει να αποσπάσει ό,τι μπορεί και όπως μπορεί, το να θελήσει κανείς να ξαναδώσει την ιερότητα στον κόσμο ισοδυναμεί με το να καβαλήσει τον Ροσινάντη προς αναζήτηση της πλανόδιας ιπποσύνης –και σ΄ όποιον το επιχειρεί,, τιμή του πρέπει και όχι χλεύη. Αλλ΄ εάν δεν μπορεί να αναστήσει τους νόμους της ιπποσύνης, είναι ωστόσο δυνατό, συνειδητοποιώντας το πρόβλημα (και χωρίς κατ΄ ανάγκη να αρθεί στα ύψη που θα αξίωνε μια ανεύρετη «οικουμενική» λύση), να διαφυλάξει την ιερότητα της δικής του ζωής μέσα στη χόβολη θυλάκων, οι οποίοι αντιστέκονται στο ρεύμα στο βαθμό ακριβώς που συνιστούν ακόμα απόλυτες προσωπικές σχέσεις. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς να επιζήσει κανείς –αυτό είναι το πρόβλημα των ζώων. Αλλά πως «στο χυδαίο αυτό καρναβάλι» να φορέσει, καθώς έλεγε ο Καρυωτάκης, «αληθινή πορφύρα», χωρίς, όμως, να χρειαστεί να καταφύγει, όπως εκείνος, στην απεγνωσμένη χειρονομία της Πρέβεζας.
Μια πύρρεια νίκη Σελ. 345 […και ιδιαιτέρως, και ονομαστικώς, για σένα Γιάννη Πλ. -ως οφειλόμενο- ένα ελάχιστο απόσπασμα: η εισαγωγή του εν λόγω δοκιμίου, μιας και κάποτε σου είχα μιλήσει για τα βιβλία περί της γλώσσας του Καλιόρη] Αφού κόπασε κάπως η ευφορία από την επίσημη αποκατάσταση της νεοελληνικής κοινής, η ώρα των ψυχραιμοτέρων απολογισμών, τέσσερα χρόνια μετά, φέρνει σε φως την έκταση της φθοράς και το μέγεθος του προβλήματος: δεν πρόκειται πλέον για τα δικαιώματα ή την καθαρότητα της δημοτικής, αλλά για την συνεχή αποδυνάμωση της νεοελληνικής γλώσσας στο σύνολό της και την τρομακτική μείωση της αφομοιωτικής της ικανότητος. Ο ευτυχής πολιτικός αποχρωματισμός της μέσα στο πρόσφορο κλίμα των μεταδικτατορικών συνθηκών, μαζί με τις απότομες διευρύνσεις του πεδίου εφαρμογής και τον αλματώδη πολλαπλασιασμό των χειριστών της, έφερε και έντονες απαιτήσεις αποκλειστικότητος πάνω στο σύνολο της γλωσσικής έκφρασης εκ μέρους των «ακραιφνών» δημοτικιστών, έτσι που αυτό το άπλωμα αποδείχτηκε περισσότερο συρρικνωτικό παρά εμπλουστικό: η γλώσσα «αποχρωματίστηκε» τόσο αποτελεσματικά, ώστε χάνει συνεχώς το χρώμα της, στο βαθμό που οι ενθουσιώδεις οπαδοί της θεωρούν ύψιστο καθήκον, αλλά και ασφαλή ένδειξη προοδευτικότητος, να υπερθεματίζουν σε δημοτική «καθαρογλωσσία», αποπλένοντας τη «γλώσσα» του λαού» από κάθε καθαρευουσιάνικο στίγμα. Παράλληλα, το δημοσιογραφικό ήθος, διαποτίζοντας όλο και περισσότερο την πολιτιστική μας ζωή και ευτελίζοντάς την σταθερά, επεκτείνει σ΄ αυτήν, ως προϊόντα ριζικής απαιδευσίας, πνευματικό νεοπλουτισμό και στάση καταναλωτική και πρωτοφανές πνεύμα προχειρότητος, που μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενός κοσμοπολιτισμού τροφοδοτούμενου από τα αειθαλή πλέγματα εθνικής μειονεξίας, συντελούν στον αφελληνισμό της γλώσσας «μπαζώνοντας» την κυριολεκτικά με ξένους γλωσσικούς τρόπους και ποικίλες ορολογίες, ακόμα κι όταν αυτό είναι εντελώς περιττό, ακόμα κι όταν ο εξελληνισμός τους είναι εύκολα εφικτός ή έχει συντελεσθεί με επιτυχία στο παρελθόν –η ξένη λέξη, παρασημαινόμενη ψυχολογικά από την ίδια της την προέλευση, δίνει μεγαλύτερη περιωπή στον χρήστη και αξιοπιστία στα προϊόντα του. Πρέπει λοιπόν ν΄ αντικρύσουμε την πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες: η γλώσσα μας σήμερα είναι γλώσσα πτοημένη, με εξαιρετικές μειωμένες, για να μην πούμε ανύπαρκτες εσωτερικές αντιστάσεις, κι αυτό, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να το δούμε, δεν περιορίζεται σ΄ αυτή ούτε ξεκινάει απ΄ αυτή. Άν μιλάμε σήμερα ευρω-αγγλο-ελληνικά, είναι γιατί σκεφτόμαστε κι έτσι, και σκεφτόμαστε έτσι γιατί θέτουμε και ανάλογους σκοπούς και διαμορφώνουμε αντίστοιχη βιοτροπία, που πλήττουν τη γλώσσα στην εσωτερική της διάσταση. Καθώς η ζωή μας παραδίνεται σε βίαους ρυθμούς που τη διαρρηγνύουν μέρα με τη μέρα, και το βαθύτερο ήθος και η φυσιογνωμία της υποτάσσονται άνευ όρων στον ισοπεδωτικό πολιτισμό των προηγμένων βιομηχανικό-καταναλωτικών κοινωνιών, ολόκληρη η εθνική μας ιδιοπροσωπία υποστέλλεται μπροστά στα ξένα πρότυπα και γίνεται ετεροσήμαντη.